Ο Ηρακλής και η Κόρη του – Απαγορευμένη Αιμομιξία στην Εποχή των Θεών

Ο Ηρακλής και η Κόρη του – Απαγορευμένη Αιμομιξία στην Εποχή των Θεών

📖 1 min read

Στην αρχαία Ελλάδα, στην εποχή των ηρώων και των θεών, ο μεγαλύτερος ήρωας όλων, ο Ηρακλής, είχε μόλις ολοκληρώσει τους δώδεκα άθλους του. Επέστρεψε στην πατρίδα του Θεσσαλίας, κουρασμένος αλλά πιο δυνατός από ποτέ. Το σώμα του ήταν σμιλεμένο από τους θεούς, οι μύες του πελώριοι, και το όργανό του – το τεράστιο πουλί του – ήταν θρυλικό. Οι γυναίκες ψιθύριζαν γι’ αυτό σε όλη την Ελλάδα.

Στο μεγάλο του παλάτι τον περίμενε η κόρη του, η Αριάδνη. 23 χρονών, πανέμορφη, με μακριά μαύρα κυματιστά μαλλιά, ελαιόχρωμο δέρμα, σφιχτούς γοφούς και στήθη που έκαναν ακόμα και τις νύμφες να ζηλεύουν. Η Αριάδνη είχε μεγαλώσει ακούγοντας τις ιστορίες του πατέρα της. Τον λάτρευε. Και τα τελευταία δύο χρόνια, η λατρεία αυτή είχε μετατραπεί σε κάτι απαγορευμένο, κάτι βαθύ και σκοτεινό.

Μια ζεστή καλοκαιρινή νύχτα, κάτω από το φως του γεμάτου φεγγαριού, η Αριάδνη πήγε στην ιερή πηγή του παλατιού για να δροσιστεί. Ήταν εντελώς γυμνή. Το νερό γλιστρούσε πάνω στο κορμί της. Ξαφνικά άκουσε βήματα. Ήταν ο Ηρακλής.

«Πατέρα…» ψιθύρισε, χωρίς να προσπαθήσει να κρυφτεί.

Ο Ηρακλής στάθηκε μπροστά της. Το τεράστιο πουλί του ήταν ήδη σκληρό και πελώριο, σαν ροπάλο. «Αριάδνη… Δεν πρέπει να με βλέπεις έτσι.»

«Μα θέλω, πατέρα. Θέλω να γίνω δική σου. Να με πάρεις όπως κανείς άλλος δεν μπορεί.»

Ο Ηρακλής πάλεψε για λίγο με τον εαυτό του, αλλά η επιθυμία νίκησε. Την άρπαξε στην αγκαλιά του και την ξάπλωσε πάνω σε μια μεγάλη πέτρινη πλάκα δίπλα στην πηγή. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα άγριο φιλί. Τα μεγάλα του χέρια χάιδευαν το κορμί της, έπαιζαν με τα στήθη της, κατέβαιναν στην κοιλιά της και σταματούσαν ανάμεσα στα πόδια της.

Η Αριάδνη ήταν ήδη μουσκεμένη. Ο Ηρακλής έβαλε λάδι από ιερή ελιά στα δάχτυλά του και άρχισε να την ερευνά. Πρώτα ένα δάχτυλο, μετά δύο, τρία, τέσσερα. Η Αριάδνη έτρεμε και έβγαζε μικρές κραυγές ηδονής.

«Πατέρα… πιο βαθιά…»

Ο Ηρακλής σχημάτισε τη γροθιά του και άρχισε να την πιέζει μέσα της. Σιγά σιγά, με πολύ λάδι και υπομονή, η γροθιά του μπήκε ολόκληρη μέσα στην κόρη του. Η Αριάδνη ούρλιαξε από ηδονή και πόνο μαζί.

«Ναι! Η γροθιά σου, πατέρα! Με ανοίγεις ολόκληρη!»

Ο Ηρακλής άρχισε να κινεί τη γροθιά του μέσα της, βαθιά, αργά στην αρχή, μετά πιο γρήγορα. Το χέρι του γέμιζε την Αριάδνη, την έκανε να σπαρταράει. Το τεράστιο πουλί του παλλόταν δίπλα, έτοιμο να σπάσει.

Η Αριάδνη ήρθε για πρώτη φορά με τη γροθιά του πατέρα της μέσα της, squirting δυνατά πάνω στο χέρι του και στα πόδια του.

«Πατέρα… δεν αντέχω άλλο… βάλ’ το μέσα μου…»

Ο Ηρακλής τράβηξε τη γροθιά του αργά. Η φωλιά της Αριάδνης έμεινε ανοιχτή, παλλόμενη. Τοποθέτησε το πελώριο πουλί του στην είσοδο και μπήκε με μία δυνατή ώθηση. Η Αριάδνη ένιωσε να σκίζεται από το μέγεθος. Ο πατέρας της την πήγαινε με όλη του τη δύναμη, ενώ ταυτόχρονα έβαζε δάχτυλα δίπλα από τον πούτσο του, την άνοιγε ακόμα περισσότερο.

Όλη τη νύχτα ο Ηρακλής την πήγαινε με κάθε τρόπο. Τη fist-άριζε, την γαμούσε με το μεγάλο του πουλί, την έκανε να έρθει ξανά και ξανά. Της ψιθύριζε πόσο απαγορευμένο ήταν αυτό που έκαναν, πόσο πολύ την ήθελε από τότε που μεγάλωσε.

Τις επόμενες μέρες η σχέση τους έγινε καθημερινή. Ο Ηρακλής την έπαιρνε στο παλάτι, στην πηγή, ακόμα και στο ιερό δάσος. Την fist-άριζε με τις δύο γροθιές του, την άνοιγε μέχρι τα όριά της, ενώ το τεράστιο πουλί του την γέμιζε με σπέρμα.

Η Αριάδνη είχε γίνει η προσωπική του απαγορευμένη ερωμένη. Και κάθε φορά που ο Ηρακλής έμπαινε μέσα της, ένιωθαν και οι δύο ότι παραβίαζαν τους νόμους των θεών – και αυτό τους έκανε ακόμα πιο γεμάτους πόθο.

Τις επόμενες μέρες η Αριάδνη δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Κάθε νύχτα γλιστρούσε στο δωμάτιο του πατέρα της και τον παρακαλούσε να την πάρει ξανά. Ο Ηρακλής, παρόλο που γνώριζε την αμαρτία, δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ομορφιά και την απελπισμένη λαχτάρα της κόρης του.

Μια νύχτα, ενώ το φεγγάρι ήταν γεμάτο, την ξάπλωσε στο μεγάλο κρεβάτι από ελεφαντόδοντο. Άπλωσε άφθονο λάδι σε όλο της το κορμί. Τα μεγάλα του χέρια γλίστρησαν πάνω της, άνοιξαν τα πόδια της διάπλατα.

«Σήμερα θα σε ανοίξω ακόμα περισσότερο, κόρη μου», ψιθύρισε.

Άρχισε με τέσσερα δάχτυλα, μετά πέντε. Σιγά σιγά η γροθιά του μπήκε βαθιά μέσα της. Η Αριάδνη έτρεμε ολόκληρη, τα δάχτυλα των ποδιών της κουλουριάζονταν από την ηδονή. Ο Ηρακλής κινήθηκε αργά στην αρχή, μετά πιο δυνατά, fist-άροντάς την με πάθος. Το χέρι του έμπαινε μέχρι τον καρπό, γέμιζε την κόρη του, την έκανε να squirτ-άρει ξανά και ξανά.

Read this hot story:
Uncle Beau

«Πατέρα! Η γροθιά σου με σκίζει… αλλά το λατρεύω!»

Δεν σταμάτησε εκεί. Έβαλε και το άλλο του χέρι. Με πολύ λάδι και υπομονή, κατάφερε να βάλει και τις δύο γροθιές του μέσα στην Αριάδνη. Εκείνη ούρλιαζε από ακραία ηδονή. Το κορμί της σπαρταρούσε, η φωλιά της ήταν τεντωμένη στο μέγιστο.

Ο Ηρακλής κρατούσε και τις δύο γροθιές του μέσα της και τις κουνούσε απαλά, ενώ το τεράστιο πουλί του παλλόταν πάνω στην κοιλιά της. Μετά τράβηξε τα χέρια του και μπήκε μέσα της με όλη του τη δύναμη. Το πελώριο όργανό του έμπαινε βαθιά, χτυπούσε τα τοιχώματα που μόλις είχε ανοίξει με τις γροθιές του.

Η Αριάδνη ήρθε τόσο δυνατά που λιποθύμησε για λίγα δευτερόλεπτα. Όταν συνήλθε, ο πατέρας της την γέμιζε με καυτό σπέρμα, ενώ ένα δάχτυλό του ακόμα έπαιζε μέσα της.

Από εκείνη τη νύχτα η σχέση τους έγινε πιο έντονη. Ο Ηρακλής την έπαιρνε κάθε μέρα. Την fist-άριζε στο δάσος, στην πηγή, ακόμα και πάνω στο θρόνο του. Το τεράστιο πουλί του την γέμιζε, την άφηνε να περπατάει με δυσκολία την επόμενη μέρα.

Η Αριάδνη ψιθύριζε κάθε φορά που τελείωναν: «Είμαι η κόρη σου, πατέρα… και η προσωπική σου πόρνη.»

Και ο Ηρακλής απαντούσε: «Και θα σε γαμάω μέχρι να σε γεμίσω με το σπέρμα μου και να κάνουμε παιδιά που δεν πρέπει να υπάρχουν.»

Οι μέρες έγιναν εβδομάδες και η απαγορευμένη σχέση του Ηρακλή με την Αριάδνη έφτασε στο απόγειό της. Κάθε νύχτα ο ήρωας έπαιρνε την κόρη του με ακόμα μεγαλύτερο πάθος. Το παλάτι γέμιζε από τις κραυγές ηδονής της Αριάδνης.

Μια νύχτα, κάτω από την καταιγίδα που έστελνε ο ίδιος ο Δίας, ο Ηρακλής την πήγε στο ιερό άλσος. Την ξάπλωσε πάνω σε ένα μεγάλο βωμό από μάρμαρο. Το φεγγάρι φώτιζε το γυμνό κορμί της.

«Απόψε θα σε πάρω όπως ποτέ άλλοτε, κόρη μου», είπε με βραχνή φωνή.

Άρχισε με τις δύο γροθιές του. Με πολύ λάδι και αργές κινήσεις, κατάφερε να βάλει και τα δύο του χέρια βαθιά μέσα στην Αριάδνη. Εκείνη ούρλιαζε από ακραία ηδονή, το κορμί της σπαρταρούσε, squirting ασταμάτητα. Η φωλιά της ήταν τεντωμένη στο απόλυτο όριο.

«Πατέρα! Με ανοίγεις ολόκληρη! Είμαι η δική σου αιμομιξία πόρνη!»

Ο Ηρακλής κρατούσε τις δύο γροθιές του μέσα της και τις κουνούσε απαλά, ενώ το τεράστιο πουλί του ήταν σκληρό σαν πέτρα. Μετά τράβηξε τα χέρια του και μπήκε μέσα της με μία δυνατή ώθηση. Το πελώριο όργανό του γέμιζε την ήδη ανοιγμένη φωλιά της. Την γαμούσε με όλη τη δύναμη ενός ημίθεου, ενώ τα δάχτυλά του συνέχιζαν να την ανοίγουν από δίπλα.

Η Αριάδνη ήρθε τόσο δυνατά που το κορμί της τινάχτηκε σαν να την είχε χτυπήσει κεραυνός. Ο Ηρακλής βρυχήθηκε και ξεχύθηκε μέσα της, γεμίζοντάς την με καυτό, πυκνό σπέρμα.

Όταν τελείωσαν, την κράτησε στην αγκαλιά του κάτω από τη βροχή.

«Σε αγαπώ, Αριάδνη. Ακόμα κι αν αυτό είναι η μεγαλύτερη αμαρτία.»

«Κι εγώ σένα, πατέρα. Θέλω να είμαι για πάντα η δική σου.»

Από εκείνη τη νύχτα η σχέση τους συνεχίστηκε κρυφά. Η Αριάδνη έμεινε έγκυος από τον πατέρα της και γέννησε ένα παιδί που έφερε τη δύναμη του Ηρακλή. Οι θρύλοι λένε ότι οι απόγονοί τους έγιναν μεγάλοι ήρωες.

Και μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Ηρακλής έπαιρνε την κόρη του κάθε φορά που μπορούσε, με το τεράστιο πουλί του και τις δυνατές γροθιές του, σε έναν απαγορευμένο έρωτα που ξεπέρασε ακόμα και τους θεούς.

Τέλος.