Ο Δημήτρης καθόταν στο σαλόνι του διαμερίσματός τους στο Κολωνάκι, κρατώντας ένα ποτήρι ουίσκι που έτρεμε ελαφρά στα χέρια του. Η Μαρία, η γυναίκα του εδώ και δώδεκα χρόνια, βγήκε από το υπνοδωμάτιο φορώντας ένα μαύρο φόρεμα που μόλις κάλυπτε τον πισινό της. Τα στήθη της, γεμάτα και σφιχτά, αναπηδούσαν ελαφρά με κάθε βήμα. Τα μαλλιά της πέφτανε σε κυματιστές μπούκλες στους ώμους της και τα χείλη της ήταν βαμμένα κόκκινα σαν αίμα.
«Πώς σου φαίνομαι, αγάπη μου;» ρώτησε με εκείνη τη φωνή που πάντα τον έκανε να σκληραίνει αμέσως.
«Σαν… σαν πόρνη,» ψιθύρισε ο Δημήτρης, και η φωνή του βγήκε βραχνή. Δεν ήταν προσβολή. Ήταν η αλήθεια που και οι δύο ήθελαν να ακούσουν απόψε.
Η Μαρία γέλασε, εκείνο το βαθύ, σέξι γέλιο που τον έκανε να νιώθει μικρός και ταυτόχρονα τεράστιος. Πλησίασε, έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο, αφήνοντας το άρωμά της – βανίλια και σεξ – να τον τυλίξει.
«Σήμερα θα σε κάνω κερατά για τα καλά, μωρό μου. Θα δεις πώς γαμιέται μια αληθινή γυναίκα.»
Ο Δημήτρης ένιωσε το πουλί του να σφίγγεται μέσα στο παντελόνι. Είχε ομολογήσει το φετίχ του πριν από μήνες, μετά από εκείνο το βράδυ που την είχε δει να φλερτάρει με τον γυμναστή στο γυμναστήριο. Από τότε η ζωή τους είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια απλά σύζυγος και σύζυγος. Ήταν κερατάς και πόρνη. Και το λάτρευαν και οι δύο.
Η πόρτα χτύπησε. Η Μαρία άνοιξε. Μπροστά της στεκόταν ο Αλέξανδρος – 1,92 ύψος, ώμοι σαν βράχος, μπράτσα που έσκιζαν το μαύρο πουκάμισο. Τα μαλλιά του ήταν κοντά, τα μάτια του σκούρα και επικίνδυνα. Χαμογέλασε και μπήκε μέσα σαν να ήταν σπίτι του.
«Γεια σου, μικρέ,» είπε στον Δημήτρη χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν μόνο για τη Μαρία. Την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε βαθιά, γλώσσα μέσα, χέρια στον πισινό της. Ο Δημήτρης ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Το πουλί του ήταν ήδη σκληρό σαν πέτρα.
«Κάτσε εκεί και παρακολούθα,» διέταξε ο Αλέξανδρος χωρίς να γυρίσει. «Και μην τολμήσεις να αγγίξεις τον εαυτό σου μέχρι να σου πω.»
Η Μαρία γέλασε και έσπρωξε τον Αλέξανδρο προς τον καναπέ. Έπεσαν μαζί, εκείνος από πάνω. Το φόρεμά της ανέβηκε ψηλά και φάνηκε το μαύρο string που μόλις κάλυπτε τα χείλη της. Ο Αλέξανδρος έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της και η Μαρία αναστέναξε δυνατά.
«Ωωωω… ναι… εκεί… πιο δυνατά…»
Ο Δημήτρης καθόταν απέναντι, τα μάτια του καρφωμένα πάνω τους. Έβλεπε τα δάχτυλα του Αλέξανδρου να μπαίνουν μέσα της, να βγαίνουν γυαλιστερά από τους χυμούς της. Η Μαρία κοιτούσε τον άντρα της στα μάτια ενώ έτριβε τον εαυτό της πάνω στο χέρι του άλλου.
«Βλέπεις, αγάπη; Αυτός ξέρει πώς να με κάνει να τρέμω. Εσύ ποτέ δεν με έκανες να βρέξω τόσο πολύ…»
Τα λόγια της ήταν σαν μαχαίρι και ταυτόχρονα σαν χάδι στο πουλί του. Ο Δημήτρης έβγαλε έναν πνιχτό ήχο και έσφιξε τις γροθιές του στα γόνατα.
Ο Αλέξανδρος γδύθηκε. Το πουλί του βγήκε έξω – τεράστιο, παχύ, φλεβιασμένο, τουλάχιστον 22 εκατοστά. Η Μαρία γονάτισε αμέσως. Άνοιξε το στόμα της και το έβαλε μέσα όσο πιο βαθιά μπορούσε. Ο ήχος που έβγαινε ήταν υγρός, λαρυγγικός, γεμάτος πόθο. Έγλειφε, έπαιζε με τα αρχίδια του, τον κοιτούσε στα μάτια ενώ τον πήδαγε με το στόμα της.
«Γάμα το στόμα μου, μωρό μου… κάνε με την πόρνη σου…» μουρμούριζε ανάμεσα στις γλειψιές.
Ο Δημήτρης δεν άντεξε. Άνοιξε το παντελόνι του και άρχισε να τρίβει το δικό του πουλί – πολύ μικρότερο, πολύ πιο αδύναμο. Ο Αλέξανδρος τον κοίταξε και γέλασε.
«Κοίτα τον κερατά… τρίβεται σαν σκυλί ενώ η γυναίκα του γλείφει την αληθινή πούτσα.»
Η Μαρία γύρισε, ακόμα με το πουλί του Αλέξανδρου στο στόμα της, και του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο περιφρόνηση και αγάπη μαζί.
«Μην τελειώσεις ακόμα, αγάπη. Θέλω να δεις πώς με γεμίζει.»
Την σήκωσε σαν να μην ζύγιζε τίποτα. Την έβαλε στα τέσσερα πάνω στο χαλί. Τράβηξε το string της στο πλάι και μπήκε μέσα της με μια δυνατή ώθηση. Η Μαρία ούρλιαξε από ευχαρίστηση. Το πουλί του την άνοιξε ολόκληρη. Ο Δημήτρης έβλεπε κάθε εκατοστό να χάνεται μέσα στο μουνί της γυναίκας του – το αγαπημένο του μουνί που τώρα ανήκε σε άλλον.
«Πιο δυνατά! Γάμα με! Σπάσε με!» φώναζε η Μαρία.
Ο Αλέξανδρος την πήδαινε σαν ζώο. Τα χτυπήματα ήταν δυνατά, βαθιά, ρυθμικά. Τα αρχίδια του χτυπούσαν στον κώλο της και κάθε φορά η Μαρία έτρεμε ολόκληρη. Ο Δημήτρης έβλεπε το μουνί της να αραιώνεται γύρω από την τεράστια πούτσα, να βγάζει λευκούς χυμούς που έτρεχαν στα μηρούς της.
«Πες το,» γρύλισε ο Αλέξανδρος.
«Είμαι η πόρνη σου… είμαι η πόρνη του Αλέξανδρου… ο άντρας μου είναι κερατάς…»
Ο Δημήτρης τελείωσε πρώτος. Το σπέρμα του πήδηξε στον αέρα και έπεσε στο πάτωμα. Δεν τον ένοιαζε. Δεν μπορούσε να σταματήσει να κοιτάει.
Ο Αλέξανδρος γύρισε τη Μαρία ανάσκελα, σήκωσε τα πόδια της στους ώμους του και συνέχισε να τη γαμάει ακόμα πιο βαθιά. Τα στήθη της αναπηδούσαν, οι θηλές της σκληρές σαν πέτρα. Έσκυψε και τις δάγκωσε ενώ την πήδαινε. Η Μαρία ούρλιαξε και τελείωσε – δυνατά, σπασμωδικά, το μουνί της έσφιξε την πούτσα του τόσο πολύ που ο Αλέξανδρος δεν άντεξε.
«Θα χύσω μέσα σου, μωρή…»
«Ναι! Γέμισέ με! Δείξε στον κερατά πόσο γεμάτη μπορεί να γίνει η γυναίκα του!»
Με ένα βρυχηθμό ο Αλέξανδρος ξέσπασε μέσα της. Ο Δημήτρης είδε το πουλί του να πάλλεται και να βγάζει ποτάμια σπέρμα βαθιά μέσα στη Μαρία. Όταν βγήκε, το μουνί της ήταν κατακόκκινο, ανοιχτό, και το σπέρμα του Αλέξανδρου έτρεχε έξω σε χοντρές σταγόνες.
Η Μαρία, ακόμα τρέμοντας, έκανε νόημα στον άντρα της.
«Έλα εδώ, κερατά μου… καθάρισέ με.»
Ο Δημήτρης γονάτισε σαν υπάκουος σκύλος. Έβαλε το στόμα του πάνω στο μουνί της και άρχισε να γλείφει. Γεύτηκε το αλμυρό, πικρό σπέρμα του άλλου ανακατεμένο με τους γλυκούς χυμούς της γυναίκας του. Η Μαρία τον κρατούσε από τα μαλλιά και τον πίεζε πιο βαθιά.
«Καλά… γλείφε όλο το σπέρμα του… αυτό είναι το δικό σου δείπνο απόψε…»
Ο Αλέξανδρος καθόταν στον καναπέ και τους κοιτούσε χαμογελώντας.
«Καλό παιδί. Μάθαινε τη θέση σου.»
Εκείνο το βράδυ ήταν μόνο η αρχή.
Την επόμενη εβδομάδα η Μαρία πήγαινε στο σπίτι του Αλέξανδρου τρεις φορές. Κάθε φορά έστελνε βίντεο στον Δημήτρη: εκείνη γονατισμένη να πίνει το σπέρμα του, εκείνη καβάλα πάνω του να ουρλιάζει, εκείνη δεμένη στο κρεβάτι να δέχεται σκληρό σεξ ώρες ολόκληρες. Ο Δημήτρης καθόταν στο γραφείο του και έτριβε τον εαυτό του κρυφά, τελειώνοντας ξανά και ξανά διαβάζοντας τα μηνύματα:
«Μόλις με γάμησε στον κώλο. Πονάει υπέροχα. Σε αγαπώ, κερατά μου.»
Το Σάββατο το βράδυ τον πήρε μαζί της. Τον έδεσε σε μια καρέκλα στο υπνοδωμάτιο του Αλέξανδρου. Του έβαλε φίμωτρο για να μην μπορεί να μιλήσει, μόνο να βλέπει.
Ο Αλέξανδρος την πήρε πάνω στο κρεβάτι για δύο ολόκληρες ώρες. Την γάμησε σε κάθε στάση: σκυλιά, καβάλα, πλάγια, όρθια. Την έκανε να τελειώσει πέντε φορές. Τελικά την έβαλε στα γόνατα μπροστά στον Δημήτρη και τελείωσε μέσα στο στόμα της. Η Μαρία κράτησε το σπέρμα και το φίλησε στον άντρα της μέσα από το φίμωτρο, αφήνοντας το να τρέξει στα χείλη του.
«Δοκίμασε… είναι δικό σου τώρα.»
Ο Δημήτρης έτρεμε ολόκληρος από ευχαρίστηση και ταπείνωση.
Μήνες μετά, η σχέση τους είχε γίνει τρόπος ζωής. Η Μαρία είχε γίνει η επίσημη πόρνη του Αλέξανδρου. Πήγαιναν διακοπές μαζί, ενώ ο Δημήτρης έμενε σπίτι και καθάριζε το σπίτι περιμένοντας τα βίντεο. Όταν γύριζαν, εκείνος γονάτιζε και τους καθάριζε και τους δύο – πρώτα εκείνη, μετά εκείνον.
Μια νύχτα, μετά από ένα ιδιαίτερα άγριο σεξ, η Μαρία κάθισε στην αγκαλιά του Δημήτρη – γυμνή, γεμάτη σημάδια από δαγκώματα και χτυπήματα, το μουνί της ακόμα κόκκινο και γεμάτο σπέρμα.
«Είσαι ευτυχισμένος, κερατά μου;» ψιθύρισε.
«Πιο ευτυχισμένος από ποτέ,» απάντησε εκείνος, φιλώντας τα χείλη της που ακόμα μύριζαν τον άλλο.
«Καλώς. Γιατί αύριο θα φέρουμε και τον φίλο του Αλέξανδρου. Θέλεις να με δεις να με γαμάνε δύο μαζί;»
Ο Δημήτρης χαμογέλασε και το πουλί του σκλήρυνε ξανά.
«Ναι… θέλω.»
Και έτσι η ιστορία τους συνεχίστηκε – όλο και πιο καυτή, όλο και πιο βρώμικη, όλο και πιο τέλεια.


