Η Μαμά Άνοιξε τα Πόδια της για τον Γιο της

Η Μαμά Άνοιξε τα Πόδια της για τον Γιο της

📖 1 min read

Ο Αντώνης γύρισε σπίτι αργά το απόγευμα. Η ζέστη του Σεπτέμβρη έκανε τον ιδρώτα να κυλάει στον λαιμό του. Άφησε την τσάντα στο πάτωμα και φώναξε:

«Μαμά; Είσαι εδώ;»

Η Ελένη εμφανίστηκε από την κουζίνα φορώντας ένα λεπτό φόρεμα χωρίς σουτιέν. Τα στήθη της κουνιούνταν ελαφρά με κάθε βήμα. Ήταν σαράντα δύο, ακόμα σφριγηλή, με φαρδιά γοφούς και εκείνο το βλέμμα που πάντα τον έκανε να νιώθει μικρός και πεινασμένος μαζί.

«Ήρθες επιτέλους», είπε με χαμηλή φωνή. «Σε περίμενα».

Κάθισε απέναντί του στο τραπέζι. Το φόρεμα ανέβηκε όταν σταύρωσε τα πόδια. Ο Αντώνης είδε τη μαύρη δαντέλα του εσωρούχου της. Δεν έκανε τίποτα για να το κρύψει.

«Κοιτάς», είπε εκείνη χωρίς ντροπή. «Κοίτα όσο θέλεις».

Σηκώθηκε, πήγε δίπλα του και στάθηκε τόσο κοντά που μύριζε το άρωμά της και τον ιδρώτα ανάμεσα στα στήθη της. Έβαλε το χέρι της στα μαλλιά του και τον τράβηξε προς το στήθος της.

«Άνοιξέ το», ψιθύρισε.

Ο Αντώνης έλυσε το φόρεμα. Τα μεγάλα, βαριά στήθη της έπεσαν έξω. Οι θηλές ήταν σκούρες και σκληρές. Τις πήρε στο στόμα του χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Ελένη αναστέναξε και έσπρωξε το κεφάλι του πιο μέσα.

«Ναι… έτσι. Ρούφα τα. Είναι δικά σου απόψε».

Τον οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι, σήκωσε το φόρεμα μέχρι τη μέση και άνοιξε τα πόδια διάπλατα. Το μαύρο εσώρουχο ήταν ήδη βρεγμένο στη μέση. Το τράβηξε στην άκρη με δύο δάχτυλα και του έδειξε τα πάντα: τα χείλη της ήταν ροζ, φουσκωμένα, γυαλιστερά από την υγρασία.

«Κοίτα με», είπε. «Αυτό είναι που θέλεις από τότε που ήσουν δεκαοχτώ. Τώρα μπορείς να το πάρεις».

Ο Αντώνης γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της. Έβαλε τη γλώσσα του χαμηλά, από τον κώλο προς τα πάνω, αργά, γλείφοντας όλο το σχισμή. Η Ελένη έπιασε τα σεντόνια και άνοιξε ακόμα περισσότερο.

«Πιο βαθιά. Φάε με όπως πρέπει να τρώει ένας γιος τη μάνα του».

Έβαλε δύο δάχτυλα μέσα της ενώ γλείφει την κλειτορίδα. Ήταν ζεστή, σφιχτή, και έσταζε. Ο ήχος που έκανε ήταν υγρός και αισχρός. Η Ελένη κουνούσε τους γοφούς της πάνω στο πρόσωπό του.

«Θα έρθω στο στόμα σου. Κατάπιέ με».

Ήρθε με ένα βαθύ βογγητό, τα πόδια της έτρεμαν γύρω από το κεφάλι του. Ο Αντώνης δεν σταμάτησε. Συνέχισε να τη γλείφει μέχρι που εκείνη τον τράβηξε από τα μαλλιά.

«Γδύσου. Τώρα».

Έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο. Το καυλί του ήταν σκληρό, παχύ, με τις φλέβες φουσκωμένες. Η Ελένη το έπιασε με τα δύο χέρια, το έφερε στα χείλη της και το έγλειψε από τη βάση μέχρι την άκρη. Μετά το κατάπιε σχεδόν ολόκληρο, αργά, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

«Έτσι σε θήλασα όταν ήσουν μωρό», είπε όταν το έβγαλε από το στόμα, σάλιο να κρέμεται από τα χείλη της. «Τώρα θα σε θηλάσω αλλιώς».

Ξάπλωσε πάλι, άνοιξε τα πόδια όσο μπορούσε και τον τράβηξε πάνω της.

«Βάλ’ το μέσα. Όλο. Θέλω να νιώσω τον γιο μου να με γεμίζει».

Ο Αντώνης έτριψε την κεφαλή στα χείλη της και μετά χώθηκε με μία κίνηση. Η Ελένη έβγαλε έναν ήχο που ήταν μισό ουρλιαχτό, μισό γέλιο. Τον έσφιξε από μέσα.

Read this hot story:
Ο Ηρακλής και η Κόρη του – Απαγορευμένη Αιμομιξία στην Εποχή των Θεών

«Γαμήσου με. Σκληρά. Δεν είμαι εύθραυστη».

Άρχισε να την καβαλικάει με βαθιές, αργές κινήσεις στην αρχή, μετά πιο γρήγορα. Τα στήθη της πηδούσαν με κάθε χτύπημα. Εκείνη του έβαλε τα πόδια στους ώμους για να μπει πιο βαθιά.

«Κοίτα πώς ανοίγω για σένα», έλεγε. «Κοίτα πώς με γαμάς. Είσαι μέσα στη μάνα σου. Νιώθεις πόσο υγρή είμαι; Όλα αυτά είναι για σένα».

Την γύρισε μπρούμυτα. Η Ελένη στάθηκε στα τέσσερα, άνοιξε τα πόδια ακόμα περισσότερο και έβαλε το κεφάλι χαμηλά στο μαξιλάρι. Ο κώλος της ήταν σηκωμένος, η μουσούδα της ορατή από πίσω, γυαλιστερή και ανοιχτή.

Ο Αντώνης την έπιασε από τους γοφούς και ξαναμπήκε. Την χτυπούσε δυνατά, το δέρμα του να χτυπάει στο δικό της. Εκείνη έσπρωχνε πίσω σε κάθε κίνηση.

«Πιο βαθιά… γάμα με σαν σκύλα… είμαι η μάνα σου και θέλω το καυλί του γιου μου μέχρι τέλους».

Έβαλε ένα δάχτυλο στον κώλο της ενώ την γαμούσε. Η Ελένη έτρεμε ολόκληρη.

«Ναι. Και εκεί. Θέλω και τα δύο».

Μετά από ώρα την γύρισε ανάσκελα πάλι. Κάθισε πάνω του, με τα πόδια ανοιχτά στα πλάγια, και άρχισε να τον καβαλικάει μόνη της. Τα στήθη της χτυπούσαν στο πρόσωπό του. Εκείνος τα έπιανε, τα έσφιγγε, δάγκωνε τις θηλές.

«Θα τελειώσεις μέσα μου», είπε κοιτάζοντάς τον στα μάτια. «Θέλω να νιώσω το σπέρμα του γιου μου να με γεμίζει. Μην το βγάλεις».

Ο ρυθμός έγινε ακανόνιστος. Ο Αντώνης την έσφιξε από τους γοφούς και ήρθε βαθιά μέσα της, με μακριά σπρωξίματα, αφήνοντας τα πάντα. Η Ελένη ήρθε μαζί του, σφίγγοντάς τον, τα νύχια της στην πλάτη του.

Έμειναν έτσι, κολλημένοι, ο ιδρώτας να τους ενώνει. Εκείνη τον κράτησε μέσα της ακόμα και όταν μαλάκωσε λίγο.

«Μη βγαίνεις ακόμα», ψιθύρισε. «Θέλω να στάζει από μένα μετά».

Αργότερα, στο ντους, τον έβαλε να καθίσει στο πλακάκι. Γονάτισε μπροστά του, του έπλυνε το καυλί με σαπούνι και μετά το πήρε πάλι στο στόμα, αυτή τη φορά πιο αργά, πιο βρώμικα, αφήνοντας το νερό να τρέχει πάνω τους.

Τη νύχτα τον ξύπνησε καθισμένη πάνω του, ήδη υγρή, και τον καβάλησε στο σκοτάδι χωρίς να πει λέξη στην αρχή. Μόνο ανάσες και τον ήχο του σώματός της που τον κατάπινε ξανά και ξανά.

«Από δω και πέρα», του είπε στο αυτί όταν τελείωσαν τη δεύτερη φορά, «όποτε θέλεις, απλά ανοίγω τα πόδια. Είμαι δική σου. Η μάνα σου είναι δική σου».

Ο Αντώνης την έσφιξε πιο κοντά. Δεν υπήρχε επιστροφή και κανένας από τους δύο δεν το ήθελε.

Tip Salty Vixen